Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Του Δημήτρη Κυριαζή

Βρισκόμαστε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 2004. Στον τελικό του τζούντο ο Έλληνας αθλητής Ηλίας Ηλιάδης -κατά κόσμον Τζορτζίλ Ζβιανταουρί- μόλις έχει επικρατήσει με ιπόν του Ουκρανού αντιπάλου του Ρόμαν Γκόντιουκ. Στις δηλώσεις του, λίγο μετά την απονομή του χρυσού μεταλλίου, μπροστά στον εκστασιασμένο δημοσιόγραφο της κρατικής τηλεόρασης ο νεαρός Ηλιάδης παλεύει να εκφέρει δυο σωστές κουβέντες στην ελληνική. Ο γεννημένος στη Γεωργία Έλληνας αθλητής συνέχισε στα επόμενα χρόνια την λαμπρή του καριέρα στον αθλητισμό και έφτασε να είναι σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου.

Λίγους μήνες πριν το θρίαμβο του Ηλιάδη ο Οδυσσέας Τσενάι παραιτήθηκε (για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια) του δικαιώματός του να είναι σημαιοφόρος του σχολείου του στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου ικανοποιώντας την τοπική κοινωνία και τους συμμαθητές του, οι οποίοι τερμάτισαν τη κατάληψη του Λυκείου Νέας Μηχανιώνας και επέστρεψαν στα μαθήματά τους. Και μαζί με αυτούς και ο Τσενάι, ο οποίος αρίστευσε και στις πανελλήνιες, κέρδισε υποτροφία και έφυγε για σπουδές σε φημισμένα πανεπιστήμια των ΗΠΑ.

Ο Ηλιάδης και ο Τσενάι ήρθαν στην Ελλάδα περίπου στην ίδια ηλικία. 13 χρονών ο πρώτος, 12 χρονών ο δεύτερος. Εμείς, ως ελληνική κοινωνία, πανηγυρίσαμε την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου από τον «Έλληνα» αθλητή, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα απαγορεύσαμε να σηκώσει τη σημαία ο -αριστούχος- Αλβανός... Ποιόν θεωρεί Έλληνα μια συγκεκριμένη κοινωνία σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία σηκώνει μεγάλη κουβέντα, όπου ο καθένας μπορεί να πει το μακρύ και το κοντότου. Τα πράγματα σοβαρεύουν όταν μιλάμε για την κρατική πολιτική απέναντι στο ζήτημα του ποιος μπορεί να είναι Έλληνας πολίτης.

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο βιβλίο του «Ποιος είναι Έλληνας πολίτης;» ασχολείται με αυτό ακριβώς το θέμα, καταγράφοντας όλες τις διακυμάνσεις της κρατικής πολιτικής στο καθεστώς της ιθαγένειας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως τις αρχές του 21ου αιώνα. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και ως τη Μικρασιατική Καταστροφή η εθνική πολιτική στο καθεστώς της ιθαγένειας χαρακτηριζόταν ως «εξωστρεφής» και προσπαθούσε να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερους στην ιδιότητα του Έλληνα πολίτη. Η αντίληψη που επικρατούσε εκείνη την περίοδο ήταν ότι «Έλληνας γίνεσαι». Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όταν και τα σύνορα της Ελλάδας έπαιρναν σιγά-σιγά τη σημερινή τους μορφή, η μέριμνα μετατοπίστηκε στο «να κάνουμε καλούς πολίτες» και όχι «να φτιάξουμε Έλληνες». Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και την είσοδο στη χώρα μας ομογενών της πρώην ΕΣΣΔ και Αλβανίας αρχίζει να αμφισβητείται η κυρίαρχη –ως τότε- αντίληψη του «Έλληνας γεννιέσαι». Αρχίζουν να λειτουργούν δύο μέτρα και δύο σταθμά και ο όρος «ελληνοποίηση» εισάγεται για πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2010 όταν η κυβέρνηση ΓΑΠ θέτει το ερώτημα «ποιος μπορεί να θεωρείται Έλληνας πολίτης;» και ψηφίζει τον περιβόητο νόμο 3818/2010 ο οποίος προβλέπει: αυτόματη κτήση της ιθαγένειας για τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, εφ’ όσον ο ένας από τους γονείς ήταν επίσης γεννημένος στην Ελλάδα και κατοικεί σε αυτήν, απόκτηση ιθαγένειας από παιδιά μεταναστών μετά από αίτησή τους και εφόσον οι γονείς τους διέμεναν επί πενταετία στην Ελλάδα και τέλος, για τα παιδιά που έχουν γεννηθεί σε χώρες του εξωτερικού και ακολούθησαν τους γονείς τους στην Ελλάδα, προϋπόθεση για την απόκτηση ιθαγένειας είναι η επιτυχής παρακολούθηση τουλάχιστον έξι τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα.

Η Νέα Δημοκρατία (και φυσικά το ΛΑ.Ο.Σ.) ήταν και είναι αντίθετη στο νόμο και έχει δεσμευτεί ότι θα τον αλλάξει όταν βγει κυβέρνηση. Εντύπωση όμως προκάλεσε και η εναντίωση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Δ’ τμήμα του οποίου με την απόφαση 350/2011 στηριγμένη στη διάκριση έθνους-λαού, γνωμοδότησε ότι το «δίκαιο του αίματος» είναι συνταγματική αρχή, αμφισβήτησε το δικαίωμα συμμετοχής αλλοδαπού στις δημοτικές εκλογές, ενώ θεώρησε ότι τα πέντε έτη παραμονής των γονέων και τα έξι χρόνια φοίτησης στο σχολείο δεν αποτελούν επαρκή κριτήρια για την απόκτηση ιθαγένειας. Ο Δημήτρης Χριστόπουλος στην κατακλείδα του βιβλίου του τονίζει ότι το ελληνικό Σύνταγμα αφήνει στον νομοθέτη να ορίσει τα προσόντα του «Έλληνα πολίτη» και ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο οφείλει να σεβαστεί τη συνταγματική επιταγή που υπαγορεύει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» (δηλαδή το άρθρο 3 του νέου νόμου), όσο αν διαφωνεί ή συμφωνεί με το περιεχόμενο του άρθρου.

Αυτά για την κρατική πολιτική και τη νομική διευθέτηση του ζητήματος της ιθαγένειας. Εμείς ως κοινωνία των πολιτών πρέπει κάποια στιγμή να δώσουμε ένα τέλος στην απίστευτη υποκρισία του να πανηγυρίζουμε και να θεωρούμε «δικούς μας», ανθρώπους -που καλώς ή κακώς- δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα. Όσες ερωτήσεις και να κάνουν στην Jennifer Aniston, δεν πρόκειται να μας πει τίποτα για την Ελλάδα, γιατί η κοπέλα δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με το θέμα. Άντε το πολύ-πολύ να εκμαιεύσουμε ένα “yassou ti kanis”. Η μετανάστευση των «δικών μας» αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα και οι ομογενείς μας μπορούν και «κληροδοτούν» την ιθαγένεια στα τέκνα τους τα οποία πολλές φορές όχι μόνο δεν έχουν «ελληνική συνείδηση», αλλά δεν ξέρουν καν πού πέφτει η Ελλάδα. Ενώ παιδιά που γεννιούνται εδώ και φοιτούν κανονικά στα σχολεία και πανεπιστήμια θα πρέπει να βγάζουν πράσινες κάρτες για να δουλέψουν. Και ο Χολέβας θα παίζει στην Εθνική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου