Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Σχετικά με την κανονικότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην περίοδο της κρίσης του καπιταλισμού!

Οι πρώτες φωτογραφίες από την Αμυγδαλέζα, με τους έγκλειστους μετανάστες πίσω από τα συρματοπλέγματα, αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη νέα πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Τηρουμένων των αναλογιών και αν αφαιρέσει κανείς τις πορτοκαλιές στολές, οι φωτογραφίες αυτές δεν απέχουν πολύ, ως εικόνα, από τις αντίστοιχες από το ‘μακρινό’ Γκουαντάναμο και από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης παντού σ΄ όλο τον κόσμο, που μέχρι τώρα, τις τελευταίες δεκαετίες, ήταν γνωστά σ΄ αυτή τη χώρα απλώς ως ‘ειδήσεις’ και φωτογραφίες από ‘κάπου αλλού’. Αυτό το ‘αλλού’ τώρα είναι ‘εδώ’.



Η Αμυγδαλέζα, το πρώτο από τα δεκάδες στρατόπεδα που ετοιμάζονται για τους μετανάστες και τους διαφόρων ειδών ανεπιθύμητους αυτού του κοινωνικού συστήματος, δείχνει ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι κάτι που ανήκει στην ιστορία, μια ανωμαλία ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά, όπως λέει ο Giorgio Agamben, «η κρυφή μήτρα και νόμος του πολιτικού χώρου εντός του οποίου εξακολουθούμε να ζούμε… την οποία πρέπει να μάθουμε ν΄ αναγνωρίζουμε διαμέσου όλων των μεταμορφώσεών της, στις ‘zones d’ attente’ των αεροδρομίων μας, όπως και σε ορισμένες περιφέρειες των πόλεών μας».

Εχουμε να κάνουμε μ΄ ένα συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, ήδη από τον 19ου αιώνα, που πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στη χιτλερική Γερμανία στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως εργαλείο μιας πρωτοφανούς στην ιστορία συστηματικής γενοκτονίας και που, πλέον, αποτελεί κυρίαρχη μορφή της ύπαρξής του. Με την επέκταση, δηλαδή, παγκοσμίως, σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μιας ‘κατάστασης εξαίρεσης’, αναστολής, δηλαδή, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του όποιου Δικαίου, έτσι ώστε να τίθενται ‘υπό φύλαξη’ άτομα ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ‘επιλήψιμης διαγωγής’, αποκλειστικά και μόνο για ν΄ αποτραπεί ένας ‘κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους’-ένας κίνδυνος που τον προσδιορίζει ως τέτοιο ο εκάστοτε κυρίαρχος.

Μέσα σ΄ αυτή την εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αυτής που περιγράφεται ως η κατ΄ εξοχήν ιστορική περίοδος της ‘ελεύθερης, διαμέσου των όποιων συνόρων, κίνησης και κυκλοφορίας κεφαλαίων, αγαθών, πληροφοριών και ανθρώπων’, κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, τα εκατομμύρια των ‘απόκληρων της παγκοσμιοποίησης’, οφείλουν (ως αποτέλεσμα ακριβώς της λειτουργίας αυτής της ‘ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου’) να ‘παραμένουν στη θέση τους’, ή, η όποια μετακίνησή τους, να γίνεται υπό όρους. Είναι η κίνηση, αυτό το εγγενές γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης, και όχι η ακινησία, που κατασκευάζεται ως κίνδυνος και αντιμετωπίζεται ως απειλή για την κανονικότητα της κατεστημένης Κοινωνικής Τάξης, καθώς «αποσταθεροποιεί την όποια προβλέψιμη σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα, στην κοινότητα και στον τόπο». Είναι ο πρόσφυγας και ο μετανάστης που ενσαρκώνουν αυτή την διάρρηξη και αποδόμηση της σχέσης μεταξύ τους, των θεμελιωδών κατηγοριών του έθνους- κράτους (έδαφος, τάξη και γέννηση, σύμφωνα με τον Agamben), θέτοντας στην ημερήσια διάταξη τις νέες μορφές της βιοπολιτικής της εξουσίας, που ως κύρια αποστολή έχουν, μεταξύ άλλων, την ρύθμιση και τον έλεγχο της μετακίνησης διαμέσου των συνόρων και, εν γένει, της όποιας κίνησης εκτός ‘ασφαλούς’ πρόβλεψης και προδιαγραφών, αλλά, επίσης, και όλων των ‘ενδιάμεσων τόπων’ και ταυτοτήτων που αυτή προκαλεί. Συστατικό στοιχείο αυτής της νέας βιοπολιτικής είναι η αντιμετώπιση όλων αυτών των ‘εκτός τόπου’, μέσα σε ‘ενδιάμεσους τόπους’ (οι προαναφερθείσες ζώνες αναμονής στα αεροδρόμια, γήπεδα, διαφόρων ειδών ‘κέντρα κράτησης’ ή ‘υποδοχής’ κοκ) διαμέσου της κυριαρχίας του Νόμου, που συνίσταται ακριβώς στην άρση της όποιας εφαρμογής των προβλέψεων του Νόμου για θεμελιώδη δικαιώματα και τα ονομαζόμενα ‘δικαιώματα του πολίτη’ – μέσα, δηλαδή, από μια ‘κατάσταση εξαίρεσης’.

Όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα (πολύ περισσότερο σήμερα, σ΄ αυτή την χωρίς προηγούμενο κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού), η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ παύει σύντομα να έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα, ν΄ αναφέρεται, δηλαδή, σ΄ αυτή ή την άλλη προσωρινή και εξωτερική κατάσταση και γίνεται τρόπος ύπαρξης του συστήματος, ταυτίζεται με τον κανόνα.«Tο στρατόπεδο, όπως λέει ο Agamben, είναι ο χώρος που ανοίγεται όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας». Η πρόσκαιρη αναστολή του Δικαίου, με την επίκληση ενός εξωτερικού κινδύνου, «αποκτά τώρα μια μόνιμη χωρική δομή, η οποία, όμως, ως τέτοια παραμένει σταθερά εκτός κανονικής τάξης». Κοινωνική Τάξη γίνεται, πλέον, η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης.

Το στρατόπεδο είναι, λοιπόν, η χωρική δομή όπου η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ ενσαρκώνεται ως κανονικότητα. Στρατόπεδο έχουμε μπροστά μας είτε πρόκειται για την Αμυγδαλέζα, είτε για τους χώρους περιορισμού και διαχείρισης των τοξικομανών, είτε για την πέραν των όποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων διαχείριση οποιασδήποτε ομάδας του πληθυσμού και ανεξαρτήτως του πόσο σοβαρά είναι, ανάλογα με τη συγκυρία και τους συσχετισμούς, τα εγκλήματα που διαπράττονται (ενάντια σ΄ αυτές που έχουν προσδιοριστεί από την κυρίαρχη εξουσία ως ‘ζωές ανάξιες να ζουν’) από τον, υπό την όποια μετεκλογική σύνθεση, εντεταλμένο πολιτικό σχηματισμό της εξουσίας για την εφαρμογή του μνημονίου. Για στρατόπεδο πρόκειται όποια και αν είναι η ονομασία (‘κέντρα κράτησης’, ή ‘υποδοχής’ κοκ) και όποια κι΄ αν είναι η ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας χωρικής δομής, εντός της οποίας ‘όλα είναι δυνατά’ να γίνουν πάνω στη ‘γυμνή ζωή’, στον στερημένο από κάθε δικαίωμα άνθρωπο.

Είναι χαρακτηριστικά για την ιστορική συνέχεια της στρατοπεδικής αντιμετώπισης των κοινωνικών αντιφάσεων και της ταξικής πάλης σ΄ αυτή τη χώρα, τα επιχειρήματα που κινητοποίησε ο Χρυσοχοϊδης και όλο το μνημονιακό σύμπλεγμα της εξουσίας (ΝΔ κλπ) για να πείσουν τις τοπικές κοινωνίες σε διάφορες περιοχές προκειμένου ν΄ αποδεχτούν την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών στους κόλπους τους. «Στόχος είναι η ενδυνάμωση της τοπικής κοινωνίας, με την δημιουργία θέσεων εργασίας…. σε λίγο καιρό οι δήμαρχοι που τώρα είναι αρνητικοί στα κέντρα κράτησης θα μας παρακαλούν να τα φτιάξουμε στην περιοχή τους» (εφημ ΤΑ ΝΕΑ, 21/3/2012) . «Πρέπει να εξουδετερώσουμε την βόμβα, η οποία βρίσκεται στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, τη βόμβα του μεταναστευτικού, αντιμετωπίζοντας άμεσα το πρόβλημα», δήλωνε ο Χρυσοχοϊδης λίγο πριν δώσει την εντολή για ν΄ αρχίσει η μαζική (προεκλογική, μεν, αλλά θα έχει και συνέχεια) σκούπα και μεταφερθούν ο πρώτοι μετανάστες στην Αμυγδαλέζα. Λίγες μέρες αργότερα ο ομογάλακτος του Χρυσοχοίδη τροϊκανός υπουργός υγείας Λοβέρδος ανακάλυπτε την ‘υγειονομική βόμβα’ στα θύματα του trafficking και της τοξικοεξάρτησης που είναι φορείς του AIDS, ηγούμενος σε μια πρωτοφανή εκστρατεία διαπόμπευσης του θύματος για να συγκαλύψει τον θύτη που είναι αυτός ο ίδιος και το σύστημα που εκπροσωπεί - αλλά και επιβεβαιώνοντας την ανάλυση του Michel Foucault για τον υγειονομικό θεσμό, βασισμένο πάνω στο δίπολο ‘υγεία - αρρώστια’ ως αλληλοαποκλειόμενων αντιθέτων, ως μια από τις κυρίες μορφές κοινωνικού ελέγχου της σύγχρονης βιοεξουσίας.

Για όλες αυτές τις ‘βόμβες’ το σύστημα δεν έχει άλλη απάντηση από την αντιμετώπισή τους μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης και το στρατόπεδο.

Το πρώτο που θα είχε να υπενθυμίσει κανείς εν προκειμένω είναι ότι, πριν τον Χίτλερ, τα πρώτα στρατόπεδα στη Γερμανία είχαν δημιουργηθεί από τους Σοσιαλδημοκράτες. Αρχικά το 1923, όταν έκλεισαν σ΄ ένα στρατόπεδο χιλιάδες μέλη του τότε γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και, εν συνεχεία, ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης για ‘αλλοδαπούς’, που φιλοξενούσε ως επί το πλείστον εβραίους (το πρώτο στρατόπεδο εγκλεισμού για εβραίους στον 20ο αιώνα, πριν την εγκαθίδρυση των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία). Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, είναι οι κρατούσες δυνάμεις της πάλαι ποτέ ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ που ανοίγουν στον δρόμο σε ναζιστικά μορφώματα, όπως η ‘Χρυσή Αυγή’, λειτουργώντας σε μια κατεύθυνση της οποίας οι ναζί είναι απλώς οι αυθεντικοί εκφραστές.

Το δεύτερο στοιχείο, που αναφέρεται σε μιαν από τις προηγούμενες ελληνικές εμπειρίες, έχει να κάνει με το πώς, οι δηλώσεις αυτές του Χρυσοχοϊδη για τον ‘αναπτυξιακό’ χαρακτήρα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ανακαλούν αντίστοιχες δηλώσεις προ 65 χρόνων των τότε κρατούντων, όταν οι τοπικοί Δωδεκανήσιοι πολιτικοί παράγοντες προσπαθούσαν να πείσουν (πράγμα που τελικά το κατάφεραν) την κεντρική εξουσία (κυβέρνηση ήταν η γνωστή ΕΡΕ) ότι οι εγκαταλειμμένοι ιταλικοί στρατώνες στη Λέρο ήταν ο καταλληλότερος τόπος για την μεταφορά/εξορία των συνωστισμένων στα υπόλοιπα ψυχιατρεία της χώρας ψυχικά ασθενών.

Μια ‘ψυχιατρική βόμβα’ είχε δημιουργηθεί στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 50, με χιλιάδες ψυχικά ασθενείς στοιβαγμένους στα ψυχιατρεία (Δαφνί, Δρομοκαίτειο, ΨΝ Θεσσαλονίκης) και οι ιθύνοντες που την δημιούργησαν (πολιτική και ψυχιατρική εξουσία) έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν τρόπους (εννοώντας, τόπους) αποσυμφόρησης αυτών των στοιβαγμένων στους τεράστιους θαλάμους των ασύλων.

Πολιτικοί που συνδέονταν με την περιοχή επιχειρηματολογούσαν υπέρ της δημιουργίας (μέσω του Δημοσίου) θέσεων εργασίας στα οικονομικά καθημαγμένα μετά την ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα και η δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου ιδρύματος σ΄ ένα μικρό νησί φάνταζε ως μια ευκαιρία. Τίποτα πιο θελκτικό για την κεντρική εξουσία από μια τέτοια ‘φτηνή’ λύση προκειμένου έτσι να υλοποιήσει την απόφασή της να εξορίσει τους ‘αζήτητους’ κάπου, όπου ήδη υπήρχαν εγκαταστάσεις (όσο κι΄ αν αυτές ήταν άκρως ανεπαρκείς και ακατάλληλες) και, ταυτόχρονα, καμιά διαμαρτυρία (αντίθετα, ανακούφιση) από τους ψυχιάτρους που συνεργάστηκαν πλήρως για την αποπομπή αυτών που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει ως ‘ανίατους’.

Το ιδεολόγημα που προβλήθηκε ως άλλοθι και ως περιτύλιγμα του εξοστρακισμού ήταν ότι ‘λύνουμε ένα πρόβλημα’ (την ‘βόμβα’ του υπερσυνωστισμού) πηγαίνοντάς τους εκεί για ‘καλλίτερα’. Όχι σε ένα ψυχιατρείο, αλλά σε μια ‘αγροτική αποικία’, όπως την ονόμασαν, για την επανένταξη των ασθενών. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Από 650 που ήταν ο αρχικός αριθμός κλινών, βάσει του οργανισμού του νέου ιδρύματος, που άνοιξε τις πύλες του το 1958, έφτασε σύντομα τους 2750, με τους εγκλείστους να στοιβάζονται ακόμα χειρότερα απ΄ ό, τι εκεί απ΄ όπου τους μετέφεραν και συχνά να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, στο ίδιο μέρος που έπρεπε να υπάρξει χώρος για να φάνε (και όχι μόνο). Μ΄ ένα ποσοστό θανάτων από τα πιο υψηλά διεθνώς (σε σχέση με τα αντίστοιχα στα άλλα ψυχιατρεία), από τους 4000 που συνολικά μεταφέρθηκαν στη Λέρο από τα άλλα ψυχιατρεία μέχρι το 1982 (όταν μπήκε φρένο στις περαιτέρω μεταφορές), το 1990 είχαν μείνει 1100.

Η τοπική οικονομία πράγματι άνθησε ως ιδρυματική οικονομία, ως θέσεις εργασίας για την πλειονότητα του πληθυσμού και ως προμήθειες για το ψυχιατρείο. Κράτος και κατεστημένη ψυχιατρική κατάφεραν να δέσουν (να παραμορφώσουν οικονομικά και ν΄ αλλοτριώσουν) μιαν ολόκληρη τοπική κοινωνία γύρω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ειδικού τύπου, που κατέληξε να εκφράσει και να συμβολίσει σε ευρωπαϊκή κλίμακα, στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σ΄ όλη την δεκαετία του 80, την πεμπτουσία του ιδρυματικού εξανδραποδισμού και εξόντωσης.

Το σύστημα αυτό δημιούργησε θέσεις εργασίας στο ίδρυμα, που ρόλος τους ήταν η επιτήρηση και η φύλαξη της ομάδας των εγκλείστων, ενώ ταυτόχρονα καλλιέργησε την ιδεολογική και συναισθηματική αποδοχή του ρόλου αφού, μέσω αυτού, κέρδιζε κανείς το ψωμί του. Ενός ρόλου που ανατέθηκε από την ψυχιατρική και το κράτος για μια διαχείριση των ασθενών ως αντικειμένων, που πρέπει να φυλαχτούν για να μη δραπετεύσουν, να συντηρηθούν βιολογικά και να πειθαρχήσουν.

Και αυτή ήταν μια επιπλέον ‘παρενέργεια’ της εξορίας των ψυχικά ασθενών στη Λέρο : ο εξαναγκασμός, δηλαδή, μιας μικρής αλλά ζωντανής κοινωνίας, στο δρόμο μιας δύσμορφης ‘ανάπτυξης’, σ΄ ένα δρόμο όπου, από γενιά σε γενιά, όλο το ζωντανό αίμα αυτής της κοινωνίας, νέοι που γίνονταν μεσήλικες, έφταναν να συνταξιοδοτούνται έχοντας περάσει μια ζωή στην υπηρεσία του ιδρύματος, φύλακες των «νεκρών ψυχών». 

Το τέλος μιας τοπικής ‘ανάπτυξης’ βασισμένης πάνω σ’ ένα ολοπαγές ίδρυμα (σ΄ ένα, εν τη ουσία, στρατόπεδο συγκέντρωσης ψυχικά ασθενών, τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσουν οι προσπάθειες της μεταρρύθμισης στην δεκαετία του 90) έχει φτάσει εδώ και καιρό, όταν το ίδρυμα, από ένα σημείο και πέρα, έγινε εμπόδιο (αντί διέξοδος) για το σύστημα. Η τοπική ‘ιδρυματική οικονομία’ πνέει τα λοίσθια καθώς μειώνεται με όλο και πιο ταχείς ρυθμούς ο αριθμός των εναπομεινάντων, υπέργηρων πλέον, ασθενών.

Η περίπτωση της Αμυγδαλέζας και των άλλων στρατοπέδων μεταναστών που ετοιμάζονται σε όλη τη χώρα μπορεί, φυσικά, μόνο κατ’ αναλογίαν να συγκριθεί με την εμπειρία της Λέρου. Τηρουμένων, ωστόσο, των αναλογιών, δεν θα έπρεπε να διαφύγει της προσοχής ο διαχρονικός χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας της εξουσίας, επωφελούμενης και από την μαζική ανεργία και την οικονομική κατάρρευση των τοπικών κοινωνιών, για το πλασάρισμα εντός αυτών των διαφόρου μορφής στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και τώρα, όπως και τότε: τρέξτε να επωφεληθείτε από τις θέσεις εργασίας φυλάκων (ιδιωτικών αστυνομικών κλπ) και προμηθευτών (catering, κλπ) για την συντήρηση των εγκλείστων. Βέβαια, το αντίτιμο τώρα δεν είναι «μια θέση στο δημόσιο», αλλά μια επισφαλής θέση εργασίας για μια μικρή κοινωνική ομάδα που θα αμείβεται με μισθούς επιβίωσης για την φύλαξη μια άλλης ομάδας με τα ίδια μ΄ αυτήν κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά - μέχρι που πιθανόν, ανάλογα με τις διαδρομές της συγκυρίας και τους συσχετισμούς και τις επιλογές της εξουσίας, να φτάσει και η σειρά αυτών που, ενώ ξεκίνησαν ως φύλακες και προμηθευτές, κατέληξαν ως κρατούμενοι σε κατάσταση εξαίρεσης, φυλασσόμενοι από κάποιους άλλους.

Ακόμα και η εικόνα από το εσωτερικό του άδειου στρατοπέδου, πριν την μεταφορά των πρώτων μεταναστών, που προβλήθηκε κατά κόρον από τα ΜΜΕ, τα κοντέινερ, δηλαδή, με τα τετράκλινα δωμάτια, με τα κλασσικά στρατοπεδικά διώροφα κρεβάτια, με το μικρό λουτρό παραδίπλα κλπ, σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι όλα είναι ‘καθαρά’ (ωσάν για μια ‘υγειονομική ταφή της βόμβας’), δεν μπορεί να κρύψει αυτό που επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον, που είναι ήδη παρόν στη λογική της εν λόγω χωρικής δομής και το οποίο, ούτως ή άλλως, σηματοδοτείται από τα συρματοπλέγματα : ένας καταυλισμός, όπως τόσοι άλλοι στο Μενίδι, με τα σπιτάκια από λαμαρίνα, όπου έμεναν για χρόνια σεισμοπαθείς, συχνά συνωστισμένοι (σε ορισμένες περιοχές, εκεί κοντά, τις οποίες ανέκαθεν οι κάτοικοι ονόμαζαν καταυλισμούς ή στρατόπεδα, μένουν ακόμα μερικές χιλιάδες), μετατρέπεται σε κανονικό στρατόπεδο με συρματοπλέγματα, με αναπόφευκτο το συνωστισμό σ΄ αυτά τα ήδη στενόχωρα τετράκλινα, καθώς το κράτος, με τις γνωστές από το παρελθόν (και το παρόν) πρακτικές του σε όλους τους χώρους εγκλεισμού, θα στοιβάζει όλο και περισσότερους, με την ανεξέλεγκτη βία και την αυθαιρεσία στην εσωτερική διαχείριση του στρατοπέδου. Αλλά τότε τα ΜΜΕ δεν θα επιτρέπεται να δείξουν εικόνες…

Εχει, επομένως, μεγάλη σημασία να γίνει αντιληπτό το γεγονός ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι, αφενός, προϊόν μιας κοινωνικής οργάνωσης που τείνει όλο και περισσότερο να λειτουργεί σ΄ αυτή τη λογική και αφετέρου, μια δομή όπου η κατάσταση εξαίρεσης (που πάνω στην ανεξέλεγκτη δικαιοδοσία της ν΄ αποφασίζει επ΄ αυτής θεμελιώνεται η κυρίαρχη εξουσία) υλοποιείται ως κανόνας. Μόνο σ΄ αυτή τη βάση μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί συνέβησαν όσα συνέβησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και όσα σήμερα προωθούν διάφορα αντίγραφα του Αϊχμαν, όπως οι Λοβέρδος, Χρυσοχοίδης, ή όποιοι τους διαδεχτούν μετεκλογικά.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι μια κοινωνική ‘ανωμαλία’, όπου απλά η ζωή των υπόλοιπων συνεχίζεται παραδίπλα, με μερικούς, μάλιστα, να επωφελούνται από την ύπαρξή του… και μετά ν΄ αναρωτιέται κανείς, ακόμα και σήμερα, πώς έγινε δυνατό να διαπραχτεί όλη αυτή η συστηματική εξόντωση και γενοκτονία κατά των εβραίων, των τσιγγάνων, των ψυχικά ασθενών, των κομμουνιστών κοκ.

Όταν, μάλιστα, βλέπει κανείς τον μετανάστη πίσω από τα συρματοπλέγματα στην Αμυγδαλέζα ως κάτι που, στην καλλίτερη περίπτωση, αισθάνεται ότι δεν τον αφορά (στις περιπτώσεις που δεν το επικροτεί ανοιχτά, τουλάχιστον σαν ‘αναγκαίο κακό’).

Χωρίς, κατά συνέπεια, να συνειδητοποιεί ότι το συρματόπλεγμα, η χωρική δομή εντός της οποίας η κατάσταση εξαίρεσης είναι κανόνας, είναι προϊόν λειτουργίας της βιοπολιτικής μιας εξουσίας εντός συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και συσχετισμών, σχέσεων των οποίων αποτελούμε όλοι μέρος - και τις αποδεχόμαστε, προσαρμοζόμενοι σ΄ αυτές, ή παλεύουμε για την ανατροπή τους.

Όπως λέει ο G. Agamben, αντί υποκριτικά ν΄ αναρωτιόμαστε πώς έγινε δυνατό να γίνουν οι φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, «πιο έντιμο και κυρίως περισσότερο επωφελές θα ήταν να ερευνήσουμε με προσοχή διαμέσου ποιών δικαιϊκών διαδικασιών και ποιων πολιτικών μηχανισμών στάθηκε εφικτό ανθρώπινες υπάρξεις να στερηθούν τελείως τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διαπράττεται εις βάρος τους οτιδήποτε χωρίς να προβάλλει πλέον ως έγκλημα (πράγματι στο σημείο αυτό τα πάντα είχαν καταστεί δυνατά)».

Η σημερινή κατάσταση, στο βαθμό που το καπιταλιστικό σύστημα που την παράγει δεν ανατραπεί με το μόνο τρόπο που είναι δυνατόν, μέσα, δηλαδή, από την επαναστατική δράση της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων, οδεύει με ταχείς ρυθμούς στο σημείο όπου και πάλι «τα πάντα θα έχουν καταστεί δυνατά»…

ΠΗΓΗ: psyspirosi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου